Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Yποκλοπές: Ζητείται βούληση για την αλήθεια

Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Επιστρέφει από το αρχείο ο φάκε­λος των υποκλοπών, τον οποίο με επιμέλεια είχε εναποθέσει εκεί η κυβέρνηση της Ν.Δ., με την ανοχή των δικαστικών αρχών. Μένει να δούμε τώ­ρα τι θα πράξει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση κατακε­ραύνωνε την κυβέρνηση. Έχει την πο­λιτική βούληση να βοηθήσει προς την κατεύθυνση της πλήρους διερεύνησης και διαλεύκανσης της υπόθεσης; Ή μή­πως θα πρυτανεύσει η (αμερικανική) λογική;

Όλοι μας γνωρίζουμε πλέον ότι στην περίπτωση της κυβέρνησης Καραμαν­λή για αυτήν την υπόθεση πρυτάνευσε τελικά η… λογική. Μια λογική η οποία, όμως, δεν βγήκε σε καλό ούτε στη Ν.Δ. ούτε στον Κώστα Καραμανλή…

Μπορεί ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκης να έδειξε την αμερικανική πρεσβεία ως ηθικό αυ­τουργό των υποκλοπών που άγγιζαν και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ωστόσο ο Κ. Καραμανλής προτίμησε να κάνει γαργάρα την υπόθεση αφήνοντας τη δικαστική έρευνα να λειτουργήσει με… ελληνικούς ρυθμούς και να μην ολο­κληρωθεί ποτέ. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. επέλεξε να διακόψει τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής – άγνωστο γιατί – χωρίς να έχουν προκύψει ασφαλή συμπεράσμα­τα, όπως επίσης αγνόησε συστηματικά την πλέον αρμόδια για τέτοιου είδους ζητήματα Αρχή Διασφάλισης Απορρή­του των Επικοινωνιών, ενώ, τέλος, δεν συναίνεσε ποτέ στο αίτημα της αντιπο­λίτευσης για σύσταση Εξεταστικής Επι­τροπής.

Η πρώτη απόπειρα για να ανοίξει εκ νέου ο φάκελος του σκανδάλου που συγκλόνισε την Ελλάδα, έγινε τον Οκτώβριο του 2010, όταν ο τότε πρό­εδρος της ΕΘΔΒ και νυν υπουργός Δι­καιοσύνης Μ. Παπαϊωάννου έκανε λό­γο για «γκρίζες ζώνες» και για «μυρω­διά συγκάλυψης». Παρ’ όλα αυτά, η δικαστική έρευνα ξεκινά και πάλι με την άσκηση ποινικής δίωξης κατά πα­ντός υπευθύνου, καθώς προέκυψαν νέα σημαντικά στοιχεία μετά την πο­λύμηνη ενασχόληση με την υπόθεση του εισαγγελέα Εφετών Δ. Δοσούλα, ο οποίος εντόπισε την αγορά ενός ακό­μη τηλεφώνου την ίδια μέρα και από το ίδιο κατάστημα που αγοράστηκαν «τη­λέφωνα - σκιές».

Μολονότι ο αριθμός δεν επικοινώ­νησε ποτέ με τα σκιώδη τηλέφωνα, ωστόσο λειτουργούσε με αριθμό της αμερικάνικης πρεσβείας, ενώ υπήρχαν και συνδιαλέξεις με το Μέριλαντ, έδρα της υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Από τη μια η «πολυζήλευτη» παρα­γραφή αδικημάτων και η απροθυμία της πολιτικής ηγεσίας, από την άλλη η άρ­νηση της αμερικανικής κυβέρνησης για συνεργασία, ακινητοποίησαν την έρευ­να για περισσότερα από πέντε χρόνια. Μια σειρά από αναπάντητα ερωτήματα όμως παρέμειναν στην επιφάνεια:

♦ Γιατί ο τότε πρωθυπουργός, αν και γνώριζε πως παρακολουθείται, δεν με­ρίμνησε για να μάθει ποιοι και γιατί τον παρακολουθούσαν;
♦ Γιατί δεν έγινε ποτέ διάβημα προς τις ΗΠΑ;
♦ Γιατί δεν ασχολήθηκε κανείς με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Vodafone Γ. Κορωνιά, ο οποίος κατά δήλωσή του «ξήλωσε» το παράνομο λογισμικό και ενημέρωσε μια εβδομάδα μετά την κυ­βέρνηση, επισκεπτόμενος μάλιστα το Μέγαρο Μαξίμου;
♦ Γιατί αποσιωπάται το γεγονός πως καταστράφηκαν τα βιβλία εισόδου -εξόδου των τεχνικών στο κέντρο της Vodafone στην Παιανία, στο οποίο είχε εγκατασταθεί το σύστημα παρακολού­θησης;
♦ Γιατί η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε τα πρόστι­μα ύψους 76 εκατ. και 7,3 εκατ. ευρώ που επέβαλε η ΑΔΑΕ στις εταιρείες Vodafone και Ericsson για την υπόθεση των υποκλοπών;
♦ Παρακολουθούνταν μόνο τα ονό­ματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα ή υπήρξαν και χιλιάδες άλλες παρακο­λουθήσεις;
♦ Ποιος ο ρόλος της ΕΥΠ στην όλη υπό­θεση;

Την εξιχνίαση της υπόθεσης ζητά η οικογένεια Τσαλικίδη

Την ανάσυρση του φακέλου Τσαλικίδη από το αρχείο και τη διασύνδεσή του με την υπό­θεση των υποκλοπών επιδιώκει η οικογένεια του στελέχους της Vodafone, του οποίου ο θάνατος χαρακτηρίστηκε αυτοκτονία. Οι συγ­γενείς του νεκρού θα πρέπει να υπογραμμι­στεί ότι ουδέποτε αποδέχτηκαν αυτήν την εκδοχή και δεν έχουν σταματήσει στιγμή όλα αυτά τα χρόνια να αποζητούν την εξιχνίαση της υπόθεσης, όπως πολύ σωστά επισήμανε ο δικηγόρος της οικογένειας Ν. Κωνσταντόπουλος.

Ποινικά οι συνήγοροι της οικογένειας κι­νούνται σε ένα ισχυρό τρίπτυχο:
Υπάρχει ένα «νεκρό διάστημα», που ωστό­σο δεν αποτελεί και «νεκρό χρόνο» για τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Αυτό αφορά το διάστημα από την 4η Μαρτίου του 2005, οπότε και αποκαλύφθηκε - σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται η Vodafone - η ύπαρξη παράνο­μου λογισμικού, μέχρι και την 10η του ίδιου μήνα, οπότε και ενημερώθηκε ανεπίσημα ο πρωθυπουργός στη συνάντησή του με τον δι­ευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας Κορωνιά.

Στο μεσοδιάστημα, και συγκεκριμένα στις 8 Μαρτίου, πραγματοποιήθηκε κλειστή σύ­σκεψη μεταξύ στελεχών της εταιρείας, το περιεχόμενο της οποίας δεν έγινε ποτέ γνω­στό στις Αρχές, μήτε στους συγγενείς. Την αμέσως επόμενη μέρα, δηλαδή στις 9 Μαρτί­ου, βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του ο Κ. Τσαλικίδης. Οι ισχυρισμοί της οικογένειας ότι κάποιοι τον «αυτοκτόνησαν» ενισχύονται από τη στιγμή που ο 39χρονος τότε ηλεκτρολόγος μηχανικός ήταν υπεύθυνος για την τοποθέ­τηση του επίσημου λογισμικού παρακολου­θήσεων των Ολυμπιακών Αγώνων - άρα είχε και τη σχετική τεχνογνωσία. Συνεπώς, είχε τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τυχόν παράνομο λογισμικό στα μηχανήματα της εταιρείας.

Παράλληλα, η οικογένεια αμφισβητεί το πόρισμα του ιατροδικαστή και ισχυρίζεται πως έχει στην κατοχή της γνωματεύσεις και πορίσματα ξένων εμπειρογνωμόνων και ια­τροδικαστών που συνηγορούν στο συμπέρα­σμα πως ο θάνατος δεν επήλθε από απαγχονισμό. Για του λόγου το αληθές, δόθηκαν στη δημοσιότητα - στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου που δόθηκε χθες - φωτογραφίες του νεκρού.

Τέλος, οι δεκάδες παραλείψεις της ιατροδικαστικής έρευνας ολοκληρώνουν το τρίπτυχο των ισχυρισμών της οικογένειας Τσαλικίδη. Όπως είπε χαρακτηριστικά η συνήγορος Ζωή Κωνσταντοπούλου, «στην εποχή του CSI, εί­ναι αστείο να μην τηρήθηκαν από την Ασφά­λεια μια σειρά από βασικές διαδικασίες», όπως η πραγματογνωμοσύνη, η ιχνηλασία, η ιατροδικαστική έρευνα στον τόπο του θανά­του, η εκτενής εργαστηριακή έρευνα για ανί­χνευση ουσιών κ.ά.

Ακόμη ένα μακάβριο στοιχείο παρουσιά­στηκε στους δημοσιογράφους. Πρόκειται για το σκοινί που βρέθηκε στον λαιμό του νε­κρού, ενώ ο Ν. Κωνσταντόπουλος σχολίασε σχετικά: «Ακόμη και το πιο σημαντικό στοι­χείο του θανάτου Τσαλικίδη δεν περισυλλέ­χθηκε από την αστυνομία».

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι