Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Σκέψεις πάνω στην αποποινικοποίηση

Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης
 
Οι έρευνες σχετικά με τα αποτελέσματα των εφαρμοσμένων πολιτικών για την καταπολέμηση των ναρκωτικών πολλές φορές παρουσιάζουν αντικρουόμενα αποτελέσματα, συνεπώς ίσως είναι ανώφελο να γίνει επιλεκτική καταγραφή και παράθεση. Έχοντας ωστόσο μια σχετική επίγνωση της πραγματικότητας μπορείς εύκολα να συμπεράνεις πως η χρήση ναρκωτικών ουσιών, είτε αυτές είναι «μαλακές» είτε «σκληρές», βρίσκει προνομιακό πεδίο εξάπλωσης στην Ελλάδα εν μέσω κρίσης, αλλά και σε κάθε αντίστοιχη «Ελλάδα». Ιστορικά, εξάλλου, από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ μέχρι και την Αργεντινή του ΔΝΤ αρκετά είναι τα παραδείγματα παρόμοιων εξάρσεων. Εισερχόμενοι σε μια νέα δύσκολη περίοδο λοιπόν οφείλουμε να διδαχθούμε από τα ιστορικά παραδείγματα και να αντλήσουμε πολύτιμες εμπειρίες. 

Στη χώρα μας, όπου η «τσιμπίδα» της καταστολής ακουμπά κυρίως τους ίδιους τους χρήστες, πολύ λιγότερο τα «βαποράκια» και ποτέ ή σχεδόν ποτέ τους προμηθευτές, προκοπή δεν είδαμε. Αντιθέτως, είναι αναγκαίο να τονιστεί πως οι κατασταλτικές μέθοδοι απέτυχαν παταγωδώς όχι μόνο να περιορίσουν τη χρήση, αλλά ακόμη και να τη συγκρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα.

Αν μια κριτική λοιπόν έχει νόημα να γίνει σε αυτό το σημείο, αυτή θα πρέπει να αφορά την αδιαφορία που επέδειξαν τόσο η Ν.Δ. όσο και το ΠΑΣΟΚ διαχρονικά στο να πραγματώσουν νέα και να ενισχύσουν τα ήδη υπάρχοντα προγράμματα υποστήριξης, ενημέρωσης και επανένταξης ανθρώπων εθισμένων σε ψυχοτρόπες ουσίες. Αντ’ αυτού μεγάλα ποσά δόθηκαν για περισσότερη καταστολή, η οποία αποφέρει συγκεκριμένα (ανεπιθύμητα) αποτελέσματα, αλλά και ένα μάτσο παιδαρέλια στις φυλακές.

Όχι, η θέση των εξαρτημένων από τέτοιες ουσίες είναι σε προγράμματα απεξάρτησης, ανοικτά στην κοινωνία και στη ζωή, πάντως όχι σε κελιά.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο έρχεται να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις σε πολύ συγκεκριμένα επιμέρους προβλήματα, που καταφτάνουν «αγκαζέ» με τη χρήση, και σε καμία περίπτωση δεν φιλοδοξεί να δώσει οριστικό τέλος στη μάχη κατά των ναρκωτικών. Εξάλλου η αντιμετώπιση ενός τόσο δυνατού εχθρού δεν μπορεί να γίνει με νομοσχέδια, αλλά με φροντίδα, ενημέρωση, παιδεία και κυρίως κοινωνική αλλαγή.

Οποιαδήποτε κριτική βάζει την ταμπέλα του «αναποτελεσματικού» για τον νόμο, υπό το πρίσμα της αντιμετώπισης της μάστιγας των ναρκωτικών, είναι άστοχη.

Είναι απαραίτητο να υπογραμμιστεί πως η λιγότερη καταστολή είναι θεμιτή και αποτελεί θετικό βήμα. Είναι τρομερό νέοι άνθρωποι να οδηγούνται στις φυλακές για μικροποσότητες που αφορούν ακόμη και την προσωπική χρήση ή να λερώνεται το ποινικό τους μητρώο – κάτι που θα τους στιγματίσει εφ’ όρου ζωής. Το 80-90% των πιτσιρικάδων που θα περάσουν το κατώφλι ενός «σωφρονιστικού» ιδρύματος βγαίνουν χειρότεροι. Αυτό θέλουμε;

Παράλληλα ξετυλίγεται ο μανδύας με τον οποίο είναι φασκιωμένες οι ναρκωτικές ουσίες, ο οποίος τα μετατρέπει αυτόματα σε «απαγορευμένο φρούτο» για τη νεολαία, λειτουργώντας περισσότερο ως μαγνήτης παρά ως απωθητικός παράγοντας. Επιπροσθέτως βάζεις ένα τέρμα στις υπόγειες διαδρομές των νεαρών παιδιών που ψάχνοντας το «τσιγαριλίκι» προσκολλούνταν σε κυκλώματα εμπορίας που τα εισήγαν σε νέους «ναρκωτικούς κόσμους». Χτυπάς ουσιαστικά τον πυρήνα των μηχανισμών παραγωγής και διακίνησης, αλλά και τη διαφθορά που είναι έντονη εντός του αστυνομικού σώματος.
Θα είναι λάθος επομένως, η αποποινικοποίηση να προσκρούσει στα «ταμπού» όχι της κοινωνίας αυτή τη φορά, αλλά στις φοβίες κομμάτων της αντιπολίτευσης.  Ένας φίλος αστειευόμενος σημείωσε: «Ίσως είναι το πρώτο θετικό νομοσχέδιο που ήρθε μέσα στο κατακαλόκαιρο».

Οι επικρίσεις που αφορούν τη συγκυρία έχουν βάση, προσκρούουν όμως σε αντιφάσεις. Είναι σφάλμα, κρίνοντας πως η χρονική περίοδος είναι δύσκολη και άρα η κοινωνία επισφαλής, να επιμένεις στη συνταγή της καταστολής. Αυτομάτως αποδέχεσαι τις έως τώρα αποτυχημένες κατασταλτικές μεθόδους, ευελπιστώντας πως οι εξαντλητικές ποινές μπορεί τελικά να φέρουν θετικότερα αποτελέσματα σε σχέση με την αποποινικοποίηση.

Όπως επίσης δε μπορείς από τη μια να πίνεις νερό στο όνομα της νεολαίας η οποία είναι ικανή να παραγάγει αντιστάσεις και να αντισταθεί, την ίδια ώρα που ισχυρίζεσαι πως η ίδια αυτή νεολαία είναι τόσο ευάλωτη, που θα τρέξει να πατήσει τη «μπανανόφλουδα» της κυβέρνησης η οποία με τα σκοτεινά σχέδια της επιθυμεί να την τσακίσει.

Δεν ισχύει μήτε το ένα μήτε το άλλο. Το πρόβλημα προϋπήρχε, το πρόβλημα είναι εδώ. Δεν επιτρέπεται να μιλούμε με μελλοντικούς χρόνους και κυρίως με ευχολόγια ή αφορισμούς.

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση δεν επιτρέπεται να μένει εκεί, αφού οι πολιτικές λιτότητας είναι δεδομένο πως εντείνουν τις δυσχέρειες για τα μεγαλύτερα κομμάτια του λαού και έρχονται να βάλουν νέα απροσπέλαστα εμπόδια. Δεν υπάρχουν υποδομές. Δεν υφίσταται ψυχιατρική υποστήριξη. Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους - ασθενείς, όχι με στατιστικές. Ωραία τα λέει το νομοσχέδιο, μα υπάρχουν ασάφειες και κενά. Υπόσχονται βοήθεια, χωρίς να είναι εφικτό να προσφερθεί με το υπάρχων ανθρώπινο δυναμικό.

Ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος – ασχέτως νομοσχεδίου – χωρίς την κατάλληλη μέριμνα να υπάρξει εξάπλωση νέων ουσιών, όπως έγινε στην Αμερική με το περίφημο «Πάκο». Καινούριες, φθηνές ουσίες μπορούν να βρουν το δρόμο τους προς την αγορά, επικίνδυνες τόσο για την εξάρτηση που προκαλούν, όσο και για τη φθορά στην υγεία των χρηστών.

Ο χρόνος πιέζει, οι συνθήκες πιέζουν. Η χρήση έχει ταξικό πρόσημο κι αυτό γεννά ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία για τα ανακλαστικά που (δεν) θα επιδείξει η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Αλλά το ερώτημα παραμένει διαχρονικά ανοικτό: Πως επιτρέπουν ορισμένοι άνθρωποι την προσωπική φθορά της υγείας τους και της κοινωνικότητας τους. Σίγουρα δεν πρόκειται για μεταφυσικό φαινόμενο. Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην κοινωνίες του σήμερα και όχι του αύριο. Παρόλα αυτά, όσο θα ψάχνουμε για απαντήσεις είναι απαραίτητο να κάνουμε κάτι πρακτικό για να μην γκρεμίζονται συνεχώς ολοένα και περισσότερες ζωές.

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι