Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Τέλος στην ομηρεία

Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Δε θέλω μια χώρα θυμωμένη, με πολίτες οργισμένους και φοβισμένους.

Δε μου αρέσει που καίνε γερμανικές σημαίες στο Σύνταγμα, αλλά δεν αντέχω να βλέπω και τις ανίκανες ευρωπαϊκές ηγεσίες να μας κουνάνε το δάχτυλο.Δε με παρηγορεί η ιδέα, πολίτες να κυνηγούν πολιτικούς, να βρίζουν και να τους τρομοκρατούν, αλλά δεν επιθυμώ, κιόλας, να ξαναδώ στα μάτια μου όλους αυτούς τους πολιτευτές.

Όλους αυτούς, που εδώ και δύο χρόνια γαντζωμένοι στην εξουσία αδιαφορούν για τα προβλήματα του κόσμου. Που δεν ξέρουν τι κάνουν και που μας κατευθύνουν με τις επιλογές τους.

Δεν είναι κακό να μη γνωρίζεις. Κακό είναι να μετατρέπεσαι από «εκπρόσωπος του λαού», αγγελιοφόρος και θύτης του κεφαλαίου και των πιο σκληρών νεοφιλελεύθερων επιλογών.

Δεν είναι τυχαίο πως εδώ και δύο χρόνια ποτέ δε συζητήθηκε σοβαρά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο αν τα μέτρα μπορούν να είναι «βιώσιμα». Δεν είναι τυχαίο πως ποτέ τα τελευταία δύο χρόνια δε μπήκε στο τραπέζι του κυρίαρχου διαλόγου η αποτελεσματικότητα των αποφάσεων. Ποτέ μα ποτέ δεν έδωσαν απάντηση στις ερωτήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων, οικονομολόγων, πολιτών, ακόμη και βουλευτών της δικής τους παράταξης για το αν τα μέτρα εκτός από βάσανα θα μπορούσαν να φέρουν - έστω και μακροπρόθεσμα - καλύτερες μέρες.

Κανένα σχέδιο, καμία πρόταση, καμία αλλαγή στον τρόπο που λειτουργούσαν τα πράγματα και μας έφεραν ως εδώ.

Από τότε που ανέλαβε αυτή η ανεκδιήγητη πολιτική ηγεσία, το μόνο που έκανε ήταν να θέτει εκβιαστικά διλλήματα και να προχωρά στα τυφλά.

Ακόμα και σήμερα, στο οριακό σημείο που μας έφτασαν, αδυνατούν να κάνουν το απλό: Να αφουγκραστούν τα ζόρια του κόσμου.

Αντί να επιδιώξουν - έστω και την ύστατη ώρα - να μεταφέρουν την εικόνα της αληθινής Ελλάδας στους δήθεν εταίρους, την πραγματικότητα μιας χώρας που υποφέρει, πραγματοποιούν συναντήσεις επί συναντήσεων, όχι για να βρουν λύσεις, αλλά για να συναποφασίσουν πως θα τα παρουσιάσουν με όσο το δυνατόν λιγότερο πολιτικό κόστος.

Γι' αυτό από τα κανάλια πληροφορούμαστε για το άγχος του Βενιζέλου πριν από το Eurogroup, γι' αυτό συστηματικά διαβάζουμε για το «ύψος των περιστάσεων», αντί να μαθαίνουμε για τα παγωμένα σχολεία και τα συσσίτια, για τη «στάση πληρωμών» που έχει ήδη ξεκινήσει σε δημόσιο και ιδιωτικά τομέα, για τα αδιέξοδα των νέων και τη δραματική ανεργία, για τα απλήρωτα ταμεία, την παγωμένη αγορά, τις ελλείψεις σε φάρμακα, σε γιατρούς και μηχανήματα στα νοσοκομεία.

Αυτά τα δύο χρόνια κάποιοι Έλληνες ανέβασαν κατακόρυφα τις τιμές των ακινήτων σε Αγγλία και Βερολίνο και γέμισαν τις ελβετικές τράπεζες με ρευστό.

Αυτά τα δύο χρόνια δεν υποφέρει η Ελλάδα που τα «έφαγε». Ούτε οι πολιτικοί που τα «έφαγαν».

Υποφέρει η Ελλάδα που ήταν συνεπής, που δούλευε, που πλήρωνε φόρους, που ήλπιζε σε καλύτερες μέρες. Αυτή η Ελλάδα ζημιώνεται και αυτή η Ελλάδα πληρώνει το μάρμαρο των δραματικών επιλογών.

Κι όμως, έχουν το θράσος και χρησιμοποιούν ξανά τη γνωστή επιτυχημένη συνταγή των εκβιασμών. Έμαθαν και οι «τεχνοκράτες» τα κόλπα. Μας οδηγούν κατευθείαν στην χρεοκοπία. Στην Ελλάδα της φτώχειας και του εξευτελισμού. Αυτή η Ελλάδα δε φοβάται πλέον το παραμύθι με «το λύκο και τη χρεοκοπία», αφού έχει ήδη χρεοκοπήσει.

Σήμερα Κυριακή είναι η ευκαιρία για τον ελληνικό λαό, μετά από τόσα και τόσα, να δείξει τι πραγματικά θέλει. Ας κοιταχτεί στον συλλογικό καθρέφτη. Ας είναι η πρώτη φορά που θα αποφασίσει και θα αναλάβει ο ίδιος τις συνέπειες των δικών του αποφάσεων.

Εδώ και καιρό είμαστε όμηροι των επιλογών, αλλά και των απειλών, διαφόρων αδίστακτων. Πριν να είναι πολύ αργά, ας μπει ένα τέλος σε αυτήν την ομηρία.


Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι