Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Το καζίνο της γειτονιάς

Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Παλιότερα κοίταζα συχνότερα από το παράθυρο. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, από τότε που μετακόμισα σε διαμέρισμα χαμηλού ορόφου, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Παρόλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως πολλά βράδια την περιέργεια μου την ικανοποιούσε το καινούργιο μαγαζί που άνοιξε στο απέναντι πεζοδρόμιο, στη θέση ενός μοντέρνου – συνάμα όμως κι άνοστου - εστιατορίου.
Νύχτες πολλές πέρασαν με μένα να χαζεύω τον κόσμο που έμπαινε στο νέο αυτό στέκι. Ο καραφλός με το σταχτί μπουφάν, ένας πιτσιρικάς με τρυπημένη εξάτμιση, μέχρι και δύο παπάδες ερχόντουσαν «ενδεδυμένοι πορφύραν και βύσσον και εμφανιζομένοι λαμπρώς». Που και που, περνούσε απ’ έξω κι ένας μεσήλικας με γκρίζα μαλλιά, ο οποίος έψαχνε στον σκουπιδοτενεκέ του δήμου - ο «σκληρός» άντρας της εισόδου όμως, τον έδιωχνε μη τυχών και του χαλάσει τη μόστρα. Όσο για τους παπάδες, δεν έλεγαν κουβέντα εκείνες τις ώρες· είχαν «χωθεί» χωρίς φόβο, μα με πάθος στα εγκόσμια.

Στην αρχή είχαν τοποθετηθεί αδιαφανή - προστατευτικά τζάμια για να μην μπορείς να διακρίνεις με επιτυχία στο εσωτερικό, μα αυτό άλλαξε στη συνέχεια, καθώς ο πολύς ο κόσμος δεν πλησίαζε την είσοδο. Λίγες βδομάδες αργότερα, τα κρύσταλλα άλλαξαν και το πράσινο της τσόχας χόρτασε το αδιάκριτο βλέμμα μου. Λιτή η διακόσμηση σε αυτό το μικρό συνοικιακό καζίνο, με καναπέδες στον προθάλαμο, την απαραίτητη «μπάρα» με την εξίσου υποχρεωτική γυναικεία παρουσία στην πίσω πλευρά της, όπως επίσης και με τα δεκάδες φωτεινά «φρουτάκια». Ναι, από αυτά τα γεμάτα χρώμα και υποσχέσεις 35000 μηχανήματα που η «ολίγιστη» κυβέρνηση Πασοκ τοποθέτησε στις γειτονιές μας.

Η προσέλευση δεν αυξήθηκε σημαντικά τις επόμενες εβδομάδες. Το «φιγουρίνι» μας έκλεισε - το ενοικιαστήριο έκανε την εμφάνιση του. Πάντα πίστευα πως η κρίση εκτός από τη δυστυχία και τους μαυραγορίτες που αγοράζουν χρυσό, «σέρνει» μαζί της το αλκοόλ, τις ουσίες και τον τζόγο. Κάτι τέτοιο πρέπει να υπολόγιζε και ο πονηρός – πλην άτυχος πρώην ιδιοκτήτης του μικρού αυτού ιδιότυπου καζίνο. Μόνο που τον έφαγαν κι αυτόν τα μονοπώλια του χώρου. «Άδειασε» η γειτονιά, «άδειασαν» και τα ακόμα πιο άδεια βράδια μας. Μοναχά ο κυριούλης, μεσήλικας με άσπρα μαλλιά, περνάει ακόμα από τα μέρη μας. Όπως αποδείχτηκε τελικά, «ματάκηδες», «ονειροπόλοι» και «μπατίρηδες» την ίδια μοίρα μοιραζόμαστε…

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι