Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Εγώ, το ψηφοδέλτιο

Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Τυπώθηκα για να υπηρετήσω την «ύψιστη στιγμή της δημοκρατίας»· τις εκλογές. Από λευκό χαρτί που ήμουν απέκτησα σκοπό και προορισμό, έγινα ψηφοδέλτιο. Εξάλλου, πάντα ήθελα να είμαι παρόν στις φοιτητικές εκλογές. Νέοι άνθρωποι - φρέσκα μυαλά, σκεφτόμουν.

Η εκτύπωση έγινε στο εργοστάσια γυναίκας πρώην υπουργού. Μεγαλοπιάστηκα κι εγώ, ένιωσα τη δύναμη, τη σιγουριά και δε με πείραξε όταν με γέμισαν με μαύρο μελάνι και ονόματα, πολλά ονόματα. Το βρήκα ευφυές μάλιστα όταν μου εξήγησαν πως είμαι γεμάτο μαυρίλες και από τις δύο πλευρές, για να μπορούν να διακρίνουν μέσα από το φάκελο το τι ψηφίζει ο καθένας. Εγώ κοίταζα μπροστά, περίμενα την ώρα που θα δοξαστώ, που θα ακούσω τα περιβόητα συνθήματα να ηχούν κι για μένα.

Δε με ένοιαξε ούτε όταν έβλεπα τα αυτοκίνητα να πηγαίνουν και να έρχονται μεταφέροντας φοιτητές, για να ψηφίσουν. Νόμιζα πως ήταν διευκόλυνση και όχι καταναγκασμός. Ούτε στις τηλεκάρτες που μοίραζαν στα παιδιά για να παίρνουν τηλέφωνα, διέκρινα κάτι το μεμπτό, μήτε στις «χαρτογραφήσεις». Δεν σκέφτηκα ποτέ πως τα ίδιου χρώματος και κοψιάς μπλουζάκια που φορούσαν οι «συναγωνιστές», τους μετέτρεπαν σε ομοιόμορφα στρατιωτάκια, που σαν μυρμήγκια ξεχύνονται για να ολοκληρώσουν τη δουλειά.

Βρήκα χαριτωμένη την τοποθέτηση αφισών στους τοίχους, τις σκάλες, στο ταβάνι. Μπόλικο ξύλο και τσακωμοί μέχρι να μοιράσουν τους χώρους. Εγώ χαιρόμουν και ευχαριστούσα την τύχη μου που δεν με έκαναν αφίσα. Μέχρι και στα παράθυρα τις έβαλαν χωρίς να νοιαστούν για το αν θα κρύψουν το φως, τον αέρα. Εγώ ποτέ δε θα ήθελα να μπω εμπόδιο στο φως, τη φωτιά της ψυχής.
Γέλασα όταν διάβασα για «Τσακ Νόρις» και άλλα τέτοια χαριτωμένα στα μπλουζάκια της παράταξης μου. Η πολιτική έχει περάσει σε νέα περίοδο σκέφτηκα, σε άλλη εποχή. Νόμιζα πως το χιούμορ είναι για μας στρατηγική επιλογή. Ως χιούμορ εξέλαβα και τα λεγόμενα των «δικών» μου, που υποστήριζαν πως έχουν κλειστοφοβία και δε θέλουν τα παραβάν την ώρα της διαδικασίας. Δε ντράπηκα όταν τους είδα να τα πετούν από τα παράθυρα. Κοιτούσα μάλιστα με δυσαρέσκεια τους «αξύριστους», τους «γραφικούς» να διαμαρτύρονται. Για αυταρχισμό και για αντιδημοκρατικές μεθόδους φώναζαν – υπερβολές κραύγαζα εγώ για να σκεπάσω τις φωνές τους.

Περίμενα τη σειρά μου, καρτερούσα ευλαβικά τη δική μου στιγμή. Κι όταν αυτή ήρθε, όταν με πήρε στα χέρια του μαζί με άλλα πολλά ψηφοδέλτια, για να με μεταφέρει σε μια γωνία του τοίχου, ευχόμουν να είναι προσεχτικός, να μη με τσαλακώσει. Ήμουν σίγουρο πως θα διαλέξει εμένα γιατί ξέρω πως το δικό μου το κόμμα δεν είναι σαν τα άλλα. Η παράταξη μου έχει λεφτά - γνωρίζω πως αν χρειαστεί μοιράζει και χρήματα, σκορπά και υποσχέσεις. Διατηρώ στη μνήμη μου καθαρά τις κινήσεις του, θυμάμαι να κοιτάει πίσω του, να ελέγχει μην τον δουν οι «συναγωνιστές» πριν με κόψει στα δύο με μια κίνηση. Κομματιάζει πρώτα τις άκρες και μετά με τακτοποιεί με βιαστικές κινήσεις μέσα στο φάκελο.

Έμεινα να μαζεύω τα κομμάτια μου, ενώ τριγύρω τα υπόλοιπα ψηφοδέλτια με παρατηρούν. Ξέρω πως γελούν, γι’ αυτό δε θέλω να κοιτώ. Δεν πρέπει να σκέφτομαι. Εξάλλου τώρα πια είναι αργά, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Κομμάτια σκισμένα η μικρή ζωή μου, ακυρώθηκε με σφραγίδα και υπογραφή η στιγμή που ονειρεύτηκα. Από νέα χέρια, φρέσκα μυαλά. Μπήκε τέλος στη δική μου παράσταση που τόσο ήθελα, αλλά δεν πρόλαβα να δώσω…


(Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ)