Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

WikiLeaks και Σνόουντεν: Εξερευνώντας την αλήθεια



Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Ένα ταξίδι αποκαλύψεων στο ψηφιακό «σκοτάδι» των κρατικών μυστικών

Επιστρέφοντας κάτι λιγότερο από δύο δεκαετίες πίσω και επιστρατεύοντας την πρόσφατη ιστορική μνήμη, δεν είναι λίγοι αυτοί που κάναν λόγο για την «πριν και μετά WikiLeaks & Σνόουντεν εποχή». Ωστόσο, ποια ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δύο υποθέσεων; Τι ανάγκασε αρκετούς να προχωρήσουν σε έναν τόσο εντυπωσιακό διαχωρισμό, καθότι δεν ήταν η πρώτη – αν και ομολογουμένως η πιο εκτεταμένη – διαρροή μυστικών πληροφοριών και εγγράφων;

Σίγουρα δεν ήταν μόνο το εύρος ή το περιεχόμενο των αποκαλύψεων αυτό που ξεσήκωσε μια κοσμοϊστορική δημόσια συζήτηση. Τόσο ο φερόμενος ως ιδρυτής του WikiLeaks, Τζούλιαν Άσανζ, όσο και ο «whistleblower», Έντουαρντ Σνόουντεν, εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες κι ωθούμενοι από κίνητρα αλλιώτικά, κατάφεραν να εγκαινιάσουν μια νέα – «νέα εποχή» υπό το πρίσμα ενός ανανεωμένου παγκόσμιου ψηφιακού περιβάλλοντος. 

Μυθικών διαστάσεων υποθέσεις και οι δύο. Ο γεννημένος στην Αυστραλία το 1971, Άσανζ, ανακοίνωσε την έναρξη λειτουργίας του Διεθνούς Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού Wikileaks το 2006. Το σκεπτικό του δημοσιογράφου - «ακτιβιστή του διαδικτύου» γύρω από τη δημιουργία αυτής της πρωτότυπης ηλεκτρονικής πλατφόρμας απλό, μα κι εξαιρετικά «εύφλεκτο»: Η δημοσίευση έγγραφων από ανώνυμες πηγές, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Μόλις στον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του, ο ιστότοπος διέθετε στη βάση δεδομένων του περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια έγγραφα.

Συνολικά το Wikileaks δημοσίευσε εκατομμύρια έγγραφα. Πολλά από αυτά σχετίζονταν με εγκλήματα, μυστικές συνομιλίες ή στρατιωτικές επιχειρήσεις και αφορούσαν τους πολέμους σε Ιράκ και Αφγανιστάν (με τη σημαντική βοήθεια του στρατιώτη Μπράντλεϊ Μάνινγκ). Ένα βίντεο, όμως, που δημοσιεύτηκε το 2010 και που παρουσίαζε Ιρακινούς άμαχους πολίτες να θανατώνονται από Αμερικανούς στρατιώτες εν έτη 2007, συνέβαλε καθοριστικά στην «εκτόξευση» της περιβόητης ιστοσελίδας.

WikiLeaks και Άσανζ απέσπασαν μια σειρά από βραβεία, ενώ ανάμεσα τους ξεχωρίζει το «Βραβείο Τύπου» της Διεθνούς Αμνηστίας. Το βρετανικό περιοδικό Εconomist του χάρισε το βραβείο «Index on Censorship» το 2008, ενώ η γαλλική Le Monde τον ανακήρυξε «άνδρα της χρονιάς» για το 2010. 

Παρά ταύτα, τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα, αφού το όλο εγχείρημα χρειάστηκε να επιβεβαιώσει ουκ ολίγες φορές την ανθεκτικότητα του, από ισχυρές πιέσεις και χτυπήματα. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια επιβίωσης διαδραμάτισε ένα παγκόσμιο διαδικτυακό κίνημα – ασπίδα, που γεννήθηκε αντανακλαστικά. Από την Amazon που εκδίωξε τον ιστοχώρο από τους διακομιστές της, έως την Paypal που μπλόκαρε τις δωρεές κι από την Ιντερπόλ, ως τα δικαστικά συστήματα Βρετανίας, Αυστραλίας και Σουηδίας, ο στόχος κοινός: Να περιοριστούν οι απώλειες και να αποθαρρυνθούν οι μελλοντικοί επίδοξοι «ηλεκτρο-αντάρτες».

Το 2013 ήταν η σειρά του Σνόουντεν να πλασαριστεί στις πρώτες θέσεις των πιο καταζητούμενων ανθρώπων του πλανήτη. Νεότερος του Άσανζ (γεννηθείς το 1983) και υπάλληλος της Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας της Αμερικής (NSA) ο ίδιος, θυσίασε ελευθερία και καριέρα για να τραυματίσει τον… εργοδότη του.

Αν και δούλεψε σε μεσαίο επίπεδο τόσο για την NSA, όσο και για τη CIA, εντούτοις οι ιδιαίτερες γνώσεις του πάνω σε τεχνικά ζητήματα υπολογιστών τον έφεραν αντιμέτωπο με πλήθος απόρρητων δεδομένων. Σύντομα αντελήφθη πως η NSA «χτένιζε» καθημερινά το σύνολο, σχεδόν, των παγκόσμιων επικοινωνιών - με την ανοχή ή ακόμη και κάτω από τη μύτη της κυβέρνησης των ΗΠΑ - και αποφάσισε ν’ αναλάβει δράση.

Οι διαφωνίες του με ορισμένες επιλογές του Wikileaks - δομικές και για τον λόγο αυτό, o «αγέλαστος κατάσκοπος» αποζήτησε τη βοήθεια έμπειρων δημοσιογράφων, όπως ο συνεργάτης της Guardian, Γκλεν Γκρίνγουωλντ.

Αφού συγκέντρωσε ένα γιγαντιαίο όγκο δεδομένων, ταξίδεψε στην Κίνα για να «πυροδοτήσει» το σχέδιο του. Στην - υπό άκρα μυστικότητα - πρώτη συνάντηση Σνόοουντεν – Γκρίνγουώλντ στο Χονγκ Κόνγκ συμμετείχε η σκηνοθέτης, Λώρα Πόιτρας, που «συνέτριψε» τους αρχικούς ενδοιασμούς του δεύτερου, καθώς και ο ανταποκριτής της Guardian στην Ουάσιγκτον, ΜακΆσκιλ. Εκεί κατέστρωσαν τις επόμενες κινήσεις τους, που βραχυπρόθεσμα εξόργισαν Ηνωμένες Πολιτείας και Ηνωμένο Βασίλειο.

Όσο για τον Σνόουντεν, θα αναγκαστεί (και) με τη βοήθεια του WikiLeaks να εγκαταλείψει την Κίνα με προορισμό τη Λατινική Αμερική, για να «εγκλωβιστεί» τελικά στη Ρωσία σε καθεστώς ημι-ελευθερίας. Η φράση1: «Δε μπορώ να ζω σε ένα κόσμο που ό,τι λέω ή κάνω καταγράφεται» μετατράπηκε σε σύνθημα στη χείλη του, από τη μέρα που η παγκόσμια κοινότητα στράφηκε πάνω του.

Κατ’ ουσίαν, οι Άσανζ και Σνόουντεν επιχείρησαν να ρίξουν φως στο ψηφιακό «σκοτάδι» των ισχυρότατων μηχανισμών διαδικτυακού ελέγχου. Αμφισβητώντας, παράλληλα, την παντοδυναμία των μυστικών υπηρεσιών και βοηθώντας στην ριζοσπαστικοποίηση της παλαιάς τάξης πραγμάτων, που είχε κιόλας κυριεύσει τον διαδίκτυο κόσμο.

Οι μαζικές διαρροές ανέδειξαν το ασφυκτικό πλαίσιο της αρχιτεκτονικής του διαδικτύου που στραγγάλιζε την ιδιωτικότητα, παραβίαζε προσωπικά δεδομένα χρηστών - και μη, ενώ ταυτόχρονα απειλούσε τη δημοκρατία. Επιπλέον, επανέφεραν στο προσκήνιο – με εμφατικό τρόπο - τη συζήτηση γύρω από την έννοια και την αξία της αλήθειας, που ανέκαθεν συνέθεταν ένα δυσεπίλυτο ζήτημα της φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της Δημοσιογραφίας με την διαχείριση και την αποκάλυψη της.

Κάπως έτσι, φαίνεται πως υπερτονίστηκε και η εντυπωσιακή αντίφαση ανάμεσα στα συμφέροντα της Αμερικανικής κυβέρνησης και των συμμαχικών κυβερνήσεων, με το δικαίωμα της κοινής γνώμης να γνωρίζει την αλήθεια. Μεγάλο μέρος των επικριτών των δύο ανδρών, εστιάζοντας στην ηθική διάσταση των διαρροών, καθώς και στον αρνητικά φορτισμένο χαρακτηρισμό «καρφιά των μυστικών υπηρεσιών» που τους αποδόθηκε, υποβάθμισαν τόσο τον «ακτιβιστικό» χαρακτήρα των πράξεων τους, όσο και τις στοχεύσεις τους.

Τελικά υπήρξαν αντιθέσεις στην προσέγγιση της αλήθειας από τους δύο άνδρες; Υπήρξε απόκλιση  πρακτικών; Γιατί ο Σνόουντεν επέλεξε να μη συνεργαστεί με το WikiLeaks, που προσέφερε ένα βατό μονοπάτι δημοσιοποίησης απόρρητων εγγράφων;

Τα έτη 2010 και 2011 το WikiLeaks δημοσίευσε 700 χιλιάδες αμερικανικά απόρρητα διπλωματικά και στρατιωτικά έγγραφα που είχε αποσπάσει ο Μάνινγκ. Ανάμεσα τους υπήρχαν ονόματα διπλωματών και κατασκόπων σε κοινή θέα. Αργότερα ο Σνόουντεν θα γνωστοποιήσει τις διαφωνίες του με πρακτικές που έθεταν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Αυτές σε συνδυασμό με την στοχοπροσήλωση του στις γενικευμένες παραβιάσεις της ιδιωτικότητας, τον οδήγησαν να επιλέξει τη δημοσιογραφική οδό.  

Ο Άσανζ, αντίθετα, σε δηλώσεις του είχε φανερώσει πως δεχόταν καθημερινά περισσότερες από 10.000 σελίδες διαρροών. Και παρόλο που αυτές «περνούσαν από ελέγχους», στο τέλος - έστω κι αν υπήρχαν αμφιβολίες – βρίσκαν τελικά θέση στο WikiLeaks. Άρα, μιλάμε για μια πλατφόρμα «φιλοξενίας» της αλήθειας. Όποια… αλήθεια κι αν χτυπούσε την διαδικτυακή της «πόρτα».
Βέβαια, η επιλογή Σνόουντεν (αλλά και του WikiLeaks σε περιπτώσεις «κυβερνοεπιθέσεων») να συνεργαστεί με μεγάλα δημοσιογραφικά συγκροτήματα (Times, Guardian, Le Monde κλπ) ενείχε τον κίνδυνο «φιλτραρίσματος» των στοιχείων και ως προς την πολιτική ουσία και ως προς την παρουσίασή της.
Η διεθνής αρθρογραφία ασχολήθηκε σθεναρά με τις πράξεις των δύο. Μολαταύτα, οι πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιβεβαίωσαν τις ανησυχίες μέρους της παγκόσμιας κοινότητας και προσέφεραν, εκτός από απτές αποδείξεις, την ζωτικής σημασίας δυνατότητα για μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση του ελέγχου της ασυδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας και των μυστικών υπηρεσιών. 

Η αμηχανία στις τάξεις της Διεθνούς Διπλωματίας επιβεβαιώνουν πως η κρατική εξουσία, που θεμελιακά στηρίζεται σε έναν «αποκρυφισμό», δέχτηκε ισχυρό χαστούκι. O Economist2 σε κεντρικό του άρθρο τον Αύγουστο του 2013 σχολίαζε: «Υπήρχε κάτι σουρεαλιστικό, σχεδόν Καφκικό, στη συνέντευξη τύπου του Μπάρακ Ομπάμα που είχε στόχο να καθησυχάσει τις ανησυχίες για τα προγράμματα παρακολούθησης της κυβέρνησης. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανήγγειλε μεταρρυθμίσεις, τόσο αυτονόητες, όσο και καθυστερημένες. Στη συνέχεια επέκρινε τον άνθρωπο, οι ενέργειες του οποίου, ώθησαν αυτές τις μεταρρυθμίσεις».

Μια σειρά από σημαντικά ερωτήματα που σχετίζονται με τη δράση των Άσανζ και Σνόουντεν παραμένουν μέχρι σήμερα στην επιφάνεια: Ποια είναι η ηθική και πολιτική ιδιοκτησία του υλικού που βγήκε στη δημοσιότητα; Που δεσμεύονταν οι δύο τους: Στο «κρατικό συμφέρον» ή στην αλήθεια; Δημοκρατία χωρίς διαφάνεια και πληροφόρηση μπορεί να υπάρξει;
Το ερώτημα, όμως, που μονοπώλησε το ενδιαφέρον των αναλυτών διεθνικά, είχε να κάνει με το αν η αποκάλυψη της αλήθειας είναι θεμιτή στις περιπτώσεις που ενδέχεται να βλάψει κρατικά συμφέροντα.

Μοιάζει αδύνατο να προσδιορίσουμε έννοιες όπως δημόσιο ή κρατικό συμφέρον, αφού αυτές αποτελούν επίδικα της εκάστοτε συγκυρίας. Μπορούμε, ωστόσο, να ισχυριστούμε πως υπάρχουν περιπτώσεις που το κρατικό συμφέρον «ταξιδεύει» αρμονικά με την αλήθεια, την δημοκρατία, το δημόσιο συμφέρον. Άλλες φορές προκύπτουν συγκρούσεις. 

Και θα ήταν εξίσου αφελές να αναζητήσουμε κοινώς αποδεκτά κριτήρια, αφού θα ήταν τόσο υποκειμενικά, όσο και τα επιχειρήματα που θα ακουστούν σε μια αίθουσα δικαστηρίου: Η εισαγγελία θα χαρακτηρίσει τους Άσανζ και Σνόουντεν «προδότες», η υπεράσπιση «καλοπροαίρετους».

Εύστοχα ο Βρετανός Ιστορικός Τίμοθι Γκάρτον παρατηρεί σε άρθρο3 του στον Guardian το 2010: «Υπάρχει δημόσιο συμφέρον στο να ξέρει κανείς το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Επιπροσθέτως, υπάρχει δημόσιο συμφέρον να ασκείται η εξωτερική πολιτική με μυστικό τρόπο. Αυτά τα δύο συμφέροντα είναι μεταξύ τους αντιφατικά».
Ο δημοσιογράφος και πρώην πρόεδρος του CBS News, Χάουαρντ Στρίνγκερ4 εισάγει την έννοια της «δικαιοσύνης» στην παρουσίαση της δικής του αλήθειας: «Θα προσπαθήσω να είμαι δίκαιος στην παρουσίαση των πληροφοριών που θα συλλέξω».

Σε έναν κόσμο που χωρίζεται από σύνορα, από αντικρουόμενες εσωτερικές - εξωτερικές πολιτικές και εθνικά δίκαια, αυτή η συζήτηση προϋποθέτει την υπέρβαση γραμμικών αντιλήψεων της πραγματικότητας. Η αντίληψη του καθενός για τα πράγματα είναι αυτή που ζυγίζει το τι είναι σημαντικό και τι όχι. Συνεπώς, ίσως θα ήταν χρήσιμο αντί να σπαταλούμε χρόνο στα κίνητρα, να εστιάσουμε στα αποτελέσματα των αποκαλύψεων.

Η επικοινωνία, αλλά κι ο έλεγχος της, αποτελούν κομβικής σημασίας ζητήματα για την εκάστοτε εξουσία. Νέες μορφές επικοινωνίας κι αλληλεπίδρασης - νέες προκλήσεις  για τους κυρίαρχους. Σε περιπτώσεις κρίσιμων αντιφάσεων του συστήματος, όμως, φαίνεται πως υπάρχουν πολίτες πρόθυμοι να  «θυσιαστούν» για την αναστροφή των κανόνων. Δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους πολίτες να ελέγχουν εκείνοι τις κυβερνήσεις τους. Μήπως να επιστρέψουμε το ερώτημα, λοιπόν; Είναι μια τέτοια εξέλιξή δίκαιη; Θεμιτή; Μάλλον…

Παραπομπές
1 Λουκ Χάρντινγκ, «Φάκελος Σνόουντεν» (πρόλογος) | Εκδόσεις Καστανιώτη
3 Timothy Garton Ash, «US Embassy Cables: A Banquet of Secrets», The Guardian
4 Cynthia McFadden, «Can Journalists be Objective?», Bigthink.com 7/7/07:

Βιβλιογραφία
Λουκ Χάρντινγκ, «Φάκελος Σνόουντεν» | Εκδόσεις Καστανιώτη
Τζούλιαν Άσανζ, Cypherpunks, «Η ελευθερία και το μέλλον του διαδικτύου» | Εκδόσεις Ποιότητα