Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Τι είναι το Μνημόνιο; Τι συμπεριλαμβάνει και τι συνεπάγεται;



Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Από το μπαλκόνι της προεκλογικής του ομιλίας στο Σύνταγμα το 1974, ο Ανδρέας Παπανδρέου επέλεξε τη λέξη «Μνημόνιο» για να καταγγείλει υπόγεια συμφωνία των Καραμανλή - Μαύρου με τον Κίσινγκερ1, προκειμένου να μείνουν στο σκοτάδι μέχρι τις εκλογές, οι επικείμενες συμφωνίες για το Κυπριακό. Εικοσιέξι χρόνια μετά, με φόντο το ακριτικό Καστελόριζο, ο γιός του Ανδρέα, Γιώργος Παπανδρέου, επανάφερε με τον πλέον εμφατικό τρόπο τον όρο «Μνημόνιο» στις ζωές των Ελλήνων, αφού στους ρυθμούς του κινείται η νομική και κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας τα τελευταία 5 χρόνια. Κι αυτό γιατί το Μνημόνιο αποτελεί το καθοριστικότερο θεσμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης, δεδομένου ότι συνιστά θεμελιώδες εργαλείο της διεθνούς αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης.

Κάπως έτσι, είναι αδύνατο να «αφυδατωθεί» μια συζήτηση περί Μνημονίου από προσωπικές ή συλλογικές εκτιμήσεις και αναλύσεις, καθώς η έμπνευση και υλοποίηση του προϋποθέτει συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη για το τι είναι κρίση, τα αίτια της κτλ. Επομένως, τα παραπάνω καθορίζουν τόσο τους στόχους, όσο και τα μέσα για την αντιμετώπιση της κρίσης μέσω αυτού.
Το αρχικό Μνημόνιο αποτελείται ουσιαστικά από 3 κείμενα που ετοίμασαν από κοινού το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών με την τρόικα και η εφαρμογή του είναι άρρηκτα δεμένη με τους Μηχανισμούς δανειακής στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσής και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Οι κατευθύνσεις του συνιστούν τομή, καθώς συνθέτουν ένα θεσμικό – κανονιστικό πλέγμα παρεμβάσεων που πατά στο τρίπτυχο: δημοσιονομική εξυγίανση, ρύθμιση χρηματοπιστωτικού τομέα, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το πρώτο Μνημόνιο ακολούθησε κι άλλο Μνημόνιο, δύο «Μεσοπρόθεσμα» προγράμματα και δυο δανειοδοτήσεις, εκατοντάδες νομοθετήματα, ένα «κούρεμα» και ένα παρ’ ολίγον… δημοψήφισμα κι όλα αυτά πιστά στη λογική της εσωτερικής υποτίμησης ως συνταγή – απάντηση στις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, στο μεσοδιάστημα από το 2010 μέχρι και σήμερα, μπήκαν οι βάσεις για να πωληθεί αξιόλογο μέρος της δημόσιας περιουσίας με στόχο (ή μήπως άλλοθι;) τη μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους σε βιώσιμα επίπεδα. Ωστόσο, το αρχικό σοκ που μέσω μιας επίπονης διαδικασίας (με περικοπή κρατικών δαπανών στοχεύαμε στον περιορισμό της παραγωγής και στην άνοδο της ανεργίας, που με τη σειρά της θα προκαλούσε μείωση μισθών, άρα και τη μείωση του κόστους παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος, που μαζί θα οδηγούσαν στη μείωση των τιμών, επομένως και σε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας - μεγέθυνση των εξαγωγών και τελικά στην ανάκαμψη του ΑΕΠ) προέβλεπε τη σταδιακή επιστροφή της κανονικότητας στην οικονομία απέτυχε, για μια σειρά από λόγους όπως μη πτώση τιμών, μεγάλη ύφεση, απορρύθμιση αγοράς κ.α..
Συνιστά το Μνημόνιο περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας της χώρας μας;
Για να απαντήσουμε οφείλουμε να εξετάσουμε το πλαίσιο εφαρμογής των Μνημονίων συνολικά, με βάση το νομικό κομμάτι αυτού, τις πρακτικές διαπραγμάτευσης, τις έξωθεν παρεμβάσεις των τελευταίων χρόνων, καθώς επίσης και τη διεθνή ιστορική εμπειρία.
Τον Οκτώβριο του 2011, η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ φέρεται να είπε2 στην κοινοβουλευτική της ομάδα πως τα υπερχρεωμένα κράτη θα πρέπει να αποδέχονται περιορισμό της κυριαρχίας τους. Συνεπώς, τα Μνημόνια παίρνουν (και) τη μορφή μηχανισμών ελέγχου της ελληνικής κοινωνίας μέσω νομοθετημένων φορέων και συντονισμένων παρεμβάσεων. Η εγκατάσταση στη χώρα μας της «task force» με δεκάδες ειδικούς εξυπηρετεί μια και μόνο λογική: Να δύναται η τρόικα να επιβάλλει κατευθύνσεις που αγγίζουν όλα τα μείζονα πεδία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Σε κάθε δεύτερη κουβέντα των στελεχών της Κυβέρνησης άλλωστε, υπεισέρχονται άλλοτε ως υπενθύμιση κι άλλοτε ως επιταγή, οι επιθυμίες των δανειστών.
Ωστόσο, σε νομικό επίπεδο δεν τίθεται περιορισμός εθνικής κυριαρχίας και τούτο γιατί τα Μνημόνια δεν αποτελούν διεθνείς συνθήκες, συμβάσεις ή συμφωνίες3. Ως εκ τούτου, τα όσα συνυπέγραψαν οι Ελληνικές κυβερνήσεις αποτελούν κείμενα πολιτικών δεσμεύσεων και προσομοιάζουν περισσότερο με πολιτικό πρόγραμμα. Σε αυτή την εκτίμηση συνηγορεί και το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) στην απόφαση της Ολομέλειας 668/20124.
Επιπροσθέτως, αυτό γίνεται αντιληπτό από το γεγονός ότι η υλοποίηση τους δεν εξαρτάται από την περιοριστική εκπλήρωση κάποιων κανόνων, κάποιας σύμβασης, αλλά πρωτίστως από την «πρόοδο» των διαρθρωτικών αλλαγών που προτείνονται από την τρόικα, ύστερα από εξέταση των προβλημάτων που παρουσιάζει η (ελληνική) οικονομία από τους δανειστές και δευτερευόντως από την πειθάρχηση σε μια σειρά από στόχους που σχετίζονται με την πορεία της εγχώριας οικονομικής πραγματικότητας. Κατά καιρούς, εξάλλου, είδαν το φως της δημοσιότητας απόρρητα email, τελεσίγραφα ή επιστολές μεταξύ τρόικας και Κυβέρνησης σε ένα - τουλάχιστον - άκομψο παζάρι μέτρων, δίχως λαϊκή νομιμοποίηση.
Και πως επιτυγχάνεται η προσαρμογή στις κοινά εγκεκριμένες δεσμεύσεις; Με τη σπασμωδική παροχή της αρχικά συμφωνηθείσας χρηματοδότησης, υπό τη μορφή δόσεων και πάντα κατόπιν ελέγχων, συνεχούς «διαβούλευσης» και πιέσεων. Άρα η εγκατάλειψη ή η μη επίτευξη των στόχων - προφανώς - δε συνιστά αθέτηση διεθνών υποχρεώσεων, αλλά μπορεί να έχει ως συνέπεια την εκβιαστική καθυστέρηση ή τη διακοπή της χρηματοδότησης από το ΔΝΤ και τους μηχανισμούς στήριξης.
Με αυτό τον τρόπο ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας εισάγεται με εύσχημο τρόπο από την «πίσω πόρτα». Μπορεί την τυπική πρωτοβουλία για τη σύναψη δανεισμού να έχει το κράτος που βρίσκεται σε δυσχέρεια, ωστόσο παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αυτό έχει επιτευχθεί με το στενό μαρκάρισμα της ΕΕ και των αγορών. Χαρακτηριστικά, της χρηματοδότησης του ΔΝΤ προηγήθηκε σχετική «επιστολή πρόσκλησης» από τη χώρα μας. Είναι πάγια η πρακτική του οργανισμού να διαμορφώνει «Προγράμματα Διαρθρωτικής Προσαρμογής» - όπως της Ελλάδας - κατόπιν καλέσματος του ενδιαφερομένου κράτους. Με αυτόν τον τρόπο το ΔΝΤ φαίνεται να μην εμπλέκεται στα εσωτερικά των κρατών, αλλά απλώς ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις – προκλήσεις.
Παρόμοια και η στρατηγική των Ευρωπαίων μέσω των νιόφερτων Μηχανισμών Στήριξης. Υποστηρίζεται πως το καθήκον της χώρας μας να υλοποιήσει τα μέτρα, προκειμένου να αναχαιτίσει τα ελλείματα προκύπτει από την Απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου της ΕΕ, ωστόσο ούτε από αυτήν απορρέουν διεθνείς δεσμεύσεις για τη χώρα μας, καθότι περιέχει ρυθμίσεις σε τομείς (φορολογία, συντάξεις, μισθοί) που η ΕΕ δεν έχει καμία «συντρέχουσα αρμοδιότητα» ή δικαιοδοσία.
Πέρα από αυτά όμως, τι γίνεται με τις δευτερογενείς συνέπειες του μνημονίου που μειώνουν το βαθμό ελευθερίας του κράτους σε διεθνές επίπεδο και ζημιώνουν τη διεθνή του υπόσταση; Πως μπορούμε να συμβιβάσουμε την πτώση σε όλους τους δείκτες (δείκτες που απεικονίζουν ισχύ), με τη δυνατότητα να σταθούμε ισότιμα απέναντι σε άλλες χώρες; Κι από την άλλη, πως αντιλαμβανόμαστε τη συμμετοχή μας σε ένα πολιτειακό μόρφωμα όπως η ΕΕ, στο οποίο εκλείπει ο σεβασμός στις ανάγκες των (συγκυριακά) πιο αδύναμων μελών; Είναι μερικά από τα ερωτήματα που ακόμη αναζητούν απαντήσεις. Απαντήσεις που παραπέμπονται σε ένα μελλοντικό ποτέ.
Με ποιόν τρόπο σχετίζεται με την παγκοσμιοποίηση;
Ζούμε σε μια εξαιρετικά σπάνια ιστορική συγκυρία κατά την οποία οι «πάνω» βυθίζουν τους «κάτω» στην εξαθλίωση, τη φτώχεια και την ανθρωπιστική κρίση5. Σε μια συγκυρία όπου οι όποιες παγκοσμιοποιητικές διαδικασίες, όπως και η περαιτέρω ενοποίηση της ΕΕ, περνούν σε φάση αναψηλάφησης. Οι 300 νεκροί στη Βενεζουέλα το 1989 στη διάρκεια αναταραχών που προκάλεσε η εξαγγελία μέτρων λιτότητας κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας με το ΔΝΤ, υπενθυμίζουν πως ο «αχαλίνωτος καπιταλισμός» προκαλεί βίαιες γεωπολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ανακατατάξεις6.
Σε παγκόσμιο επίπεδο μεταβάλλονται συνεχώς οι «ισορροπίες ισχύος»7 ανάμεσα στις αγορές και τις εθνικές οικονομίες, με τις πρώτες να ασκούν έντονες πιέσεις στα κράτη προκειμένου να αναπτύξουν πολιτικές φιλικές προς αυτές. Καθοριστικό ρόλο στην πορεία μιας εθνικής οικονομίας διαδραματίζει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και το κατά πόσο είναι διατεθειμένο να επενδύσει σε μια χώρα, να αγοράσει ομόλογα της κτλ. Το «ελληνικό πείραμα» κινείται αυστηρά - καθορισμένα στο πλαίσιο των επιταγών της αγοράς. Κάπως έτσι, όπως και τα περισσότερα κράτη, έτσι και το δικό μας έχει επιλέξει να απεμπολήσει κλασσικά εργαλεία (πχ έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων, μέτρα προστατευτικής πολιτικής, κανόνες στο ελεύθερο εμπόριο) που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντίβαρο ή να μειώσουν την πίεση των αγορών πάνω στις κοινωνίες.
Αποτελεί το Μνημόνιο αιτία αποδυνάμωσης ή κατάργησης του δημοκρατικού πολιτεύματος;
Η νομιμοποίηση του κράτους τίθεται υπό αμφισβήτηση, εφόσον δε μπορεί να προσφέρει βασικά αγαθά και υπηρεσίες στους πολίτες τους. Ωστόσο, ένας από τους βασικούς λόγος συρρίκνωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα είναι η σκληρή ρητορική που παρουσιάζει τη λογική του Μνημονίου ως την αποκλειστική επιλογή και μοναδική επιτρεπτή πολιτική θέση, σε συνδυασμό με την κοινωνική πόλωση που την ακολουθεί.
Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η πολιτική και η Δημοκρατία στα χρόνια του Μνημονίου τραυματίστηκαν βάναυσα. Το είδαμε στις προληπτικές επιστρατεύεις απεργών και στην αδικαιολόγητη καταστολή κινημάτων και διαδηλώσεων. Το είδαμε στο θέριεμα της ακροδεξιάς, στη βία και τις δολοφονίες που το ακολούθησε, αλλά και στο φλερτ και τα παζάρια με την Κυβέρνηση. Το είδαμε στη Βουλή με τις διαδικασίες του κατεπείγοντος, αλλά και στην παράκαμψη της με τις συνολικά 24(!) πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, κατά παράβαση του Συντάγματος, που τις επιτρέπει μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις «εξαιρετικά επείγουσας και α-απρόβλεπτης ανάγκης».
Συν τοις άλλοις, κατά καιρούς διατυπώνονται ενστάσεις νομικών, φορέων και συλλογικοτήτων που εγείρουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας σχετικά τόσο με την «ύπαρξη» του Μνημονίου, όσο και των διατάξεων του. Οι ενστάσεις αυτές απασχόλησαν ελάχιστα την πλειοψηφία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ενώ ούτε το δικαστικό σώμα επέδειξε τα στοιχειώδη αντανακλαστικά. Η εξέταση της συνταγματικότητας στην ελληνική έννομη τάξη εμποδίζει την απευθείας κρίση διατάξεων νόμου, αλλά «μόνο εκείνων που αφορούν άμεσα την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη»8 και κατ’ αυτόν τον τρόπο περιστέλλεται η δικαστική έρευνα.

Παραδείγματος χάριν, οι διατάξεις του Μνημονίου που σχετίζονται με τα εργασιακά δικαιώματα παραμένουν στο απυρόβλητο. Οπότε, ασχέτως της ανάγκης ύπαρξης αυξημένης ή μη πλειοψηφίας για την κύρωση του από τη Βουλή κι αρά ανεξαρτήτως της «νόμιμης» ή όχι παρουσίας του στην ελληνική έννομη τάξη, το περιεχόμενο του συνεχίζει να παρέχει αφορμές για προβληματισμό και ερωτήματα γύρω από το ζήτημα του περιορισμού της πολιτικής αυτονομίας της χώρας.


 

1 Ν. Σαραντάκος, Η τρόικα, το Μνημόνιο, οι κόκκινες γραμμές  | Κυριακάτική Αυγή 13.6.2010
2 «Η Μέρκελ επανέλαβε αυτό που δύο υπουργοί της είχαν υπαινιχθεί, δηλαδή ότι κράτη των οποίων το χρέος δέχεται απομείωση, θα πρέπει να αποδέχονται περιορισμούς της κυριαρχίας τους, […] μια «μόνιμη επιτήρηση», με έμφαση στην προώθηση ιδιωτικοποιήσεων», Σταμάτης Ασημένιος | Ρεπορτάζ Skai.gr

3 «Τα απαραίτητα εννοιολογικά στοιχεία μιας διεθνούς συνθήκης κατά το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο είναι: α) να περιέχει αυτή «κανόνες δικαίου» και β) τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου τα οποία συμβάλλονται να στοχεύουν να προσδώσουν διεθνή νομική δεσμευτικότητα στους εν λόγω κανόνες», Γ. Κατρούγκαλος, Memoranda sunt Servanda? | Εκδόσεις Σάκκουλα
4 «Περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών […] αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, […] που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος», Απόσπασμα απόφασης 668/2012 του ΣτΕ.

5 Η. Ιωακείμογλου, Παραμένει ηγετική δύναμη η αστική τάξη; | Περιοδικό Θέσεις - Τεύχος 124
6 Γ. Βούλγαρης, Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση | Εκδόσεις Πόλις
7 David Held & Anthony McGrew, Παγκοσμιοποίηση/Αντι-Παγκοσμιοποίηση | Εκδόσεις Πολύτροπον 2004
8 Κ. Μποτόπουλος, Μνημόνιο, κυριαρχία και αυτονομία | Προδημοσίευση από το δεκάτομο έργο «Πολτική Επιστήμη» σε επιμέλεια Ι. Μεταξά.