Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Κανιβαλισμός σε συσκευασία δώρου

Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Ζούμε σε εποχή ανθρωποφαγίας. Παρόλη την αγριότητα όμως των καιρών δε θα περίμενε κανείς πως είναι τόση η λύσσα, υπάρχει τέτοια βαρβαρότητα, που παρόμοιες πρακτικές θα εφαρμοστούν με επιτυχία και σε μη ζώντες. Καταφέραμε τελικά να εκπολιτιστούμε, προσεγγίζοντας με ταχείς ρυθμούς το απόλυτο· κανιβαλισμός σε προσφορά πακέτου. Ο Μανώλης Ρασούλης μας άφησε μόλις πριν από λίγες μέρες κι όμως δύο από τις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία κυριακάτικες εφημερίδες, το «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» και το «ΒΗΜΑ», αποφάσισαν πως πρέπει να πουλήσουν φύλλα πάνω στην μνήμη ενός ανθρώπου που έγραψε μερικά από τα πιο όμορφα κι αληθινά τραγούδια της Ελληνικής μουσικής σκηνής.

Κανείς δεν είπε λέξη. Ούτε ένας δε βρέθηκε να σχολιάσει το πιο τρομακτικό. Ότι οι άνθρωποι ξεπουλάνε το θάνατο του, διαφημίζουν την πραμάτεια τους πάνω στο ονομά του. Για να αγοράσει το κοινό, να γλεντήσει με τις μεγάλες επιτυχίες του. Ενώ ξέρουν πως ο εκλιπών δε δέχτηκε ποτέ να μπει σε συσκευασία δώρου, δεν πλασαρίστηκε ως δωρεά για να χωρέσει στις σελίδες τους. Ο συγκεκριμένος τραγουδοποιός δεν θα περνούσε ποτέ το κατώφλι των εφημερίδων τους όσο ήταν ζωντανός. Το έκαναν όμως άλλοι γι’ αυτόν. Χωρίς να το θέλει, χωρίς να μπορεί να το εμποδίσει. Κι’ αυτό καθιστά το έγκλημά τους διπλό. Κι ασυγχώρητο...

 Κώστας Μερκουράκης



Υ.Γ. Παραθέτω ένα κείμενο που δημοσιεύτικε λίγες μέρες πριν από το θάνατο του,  στην Καθημερινή από κάποιον προσωπικό φίλο του.

«Αρτι αφιχθείς από την Αυστραλία, όπου πήγα για έναν µήνα ν’ αλλάξω παραστάσεις, να πάρω µια ανάσα γιατί µοιάζω µε µωρό στη φωτιά και αρχαία σκουριά, µε όλα τούτα τα τεκταινόµενα εγχωρίως, πληροφορήθηκα ότι οι ιθύνοντες µου έκοψαν την εκποµπή που είχα στο Α’ πρόγραµµα του ραδιοφώνου (105,8) επί 6 χρόνια, κρατώντας τα µπόσικα στην κατιούσα.

Η αλήθεια είναι ότι στενοχωρήθηκα µε τον τρόπο που µε πέταξαν στον κάδο, γιατί βασικά είµαι ένας απ’ αυτούς που υποστηρίζουν τις αξίες. Είµαι άνεργος και αχρήµατος και ηλικιωµένος. Σύνταξη δεν έχω πάρει ακόµα. Ευελπιστώ. Κι όπως ξέρεις, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. ∆εν έχω, πάντως, να πληρώνω ούτε και το νοίκι µου. Εδιωξε και την κόρη µου, από το δηµοτικό Κανάλι 1 του Πειραιά, αµέσως µόλις βγήκε δήµαρχος ο µπασκετµπολίστας Φασούλας. Κι ας έκανε το χαρισµατικό και µορφωµένο κορίτσι επί 4 χρόνια εκποµπές πρότυπα. Είµαι στο κουρµπέτι και το ραδιοφωνικό 50 χρόνια και ξέρω τι είναι τι και ποιος είναι ποιος. Η αυτογνωσία µου είναι πολύ ενισχυµένη. Αντί ν’ ακούν εµάς, που περάσαµε από 40 κύµατα και να µαθαίνουν, µόλις πήραν το σκήπτρο άρχισαν µε τη γνωστή εµπάθεια, απάθεια και αµάθεια τις εκκαθαρίσεις.

Νοµίζω ότι µέσα στο γενικό και αποδεδειγµένο µπάχαλο, τέτοιες ανόητες εξουσιαστικότητες είναι καταδικασµένες και τιµωρητέες. Οποιος φοβάται τη γνώµη µου ή όποιος νοµίζει ότι είναι ανώτερος, ας βγει να µετρηθούµε στα φανερά. Η χώρα δεν αντέχει άλλο κυνισµό, σαχλαµάρα, µπαλαφάρα, αµάθεια και αρχοντοχωριατισµό. Το µικρό µου έργο δείχνει ότι είµαι πειθαρχηµένος στα κοινωνικά ιδεώδη και στην παραγωγή κοινωνικής και εθνικής συνείδησης. Ο υπουργός Πολιτισµού Τηλέµαχος Χυτήρης, ο Παπαδηµητρίου και ο Ταγµατάρχης µε ξέρουν χρόνια πολλά. Ποιος ιθύνων έβγαλε την απόφαση να µε διώξουν; Ας βγει να µας πει το σκεπτικό. Με το ίδιο σκεπτικό µε έδιωξαν το ‘84 και από την τότε ΥΕΝΕ∆, όταν είπα µια µαντινάδα που αφορούσε τον Κοσκωτά…».