Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Μια ωραία ταξόσφαιρα…


Γράφει ο Κώστας Μερκουράκης

Αφόρητη ζέστη. Μπήκα στο ταξί, που δεν ήταν ταξί ή πιο σωστά ήταν κίτρινο, δεν είχε σημαία και δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, μιας και χιλιάδες συνάδελφοί του βρίσκονταν στο Σύνταγμα. Εγώ περίμενα στη στάση του λεωφορείου και εκείνο σταμάτησε μπροστά μου. Ένας «ιδιοκτήτης ταξί» - ναι από αυτούς που δείχνουν τα δελτία το βράδυ - γέρνει στο κάθισμα του συνοδηγού και πίσω από το τζάμι με ενημερώνει πως μπορεί να με μεταφέρει στον προορισμό μου. Δεν έδειχνε βάρβαρος, ούτε τόσο τρομακτικός όσο τον παρουσιάζουν τα «παράθυρα» και έτσι δεν αρνήθηκα της αναπάντεχης προσφοράς. Αμάρτησα το ξέρω, παραμερίζοντας τους ηθικούς φραγμούς μου - καταπατώντας την ταξική μου συνείδηση.

Στο πίσω κάθισμα θα ενοχλήσω μια κοπέλα γύρω στα 30. Εκεί υπέπεσα και σε δεύτερο ταξικό ολίσθημα, αφού της «έφαγα» τη θέση. Για να καταφέρει να μετακινηθεί στην άλλη άκρη έπρεπε να σύρει το δέρμα των ποδιών της πάνω στο δέρμα του πίσω καθίσματος. Λίγο η ζέστη του μεσημεριού της καλοκαιρινής Αθήνας, λίγο ο ιδρώτας, δυσκολεύουν απελπιστικά τις κινήσεις της. «Δερμάτινο σαλόνι – περασμένα μεγαλεία», σκέφτηκα. Ο απεργοσπάστης ταξιτζής δικαιολογείται από την ώρα που μπήκα. Όχι σε μένα, εγώ δεν είπα κουβέντα, αλλά στο μαύρο δέρμα που έχει αγκαλιάσει τα καθίσματα, το ταμπλό, τα πατάκια, τα χερούλια. Στην περιουσία του… «Έχω τέσσερα παιδιά και δεν πάει άλλο χωρίς το μεροκάματο» μου λέει. «Αυτό περιμένει και η κυβέρνηση καρτερικά τόσες μέρες»  συλλογίστηκα εγώ, «Το δεν πάει άλλο…».

Η κοπέλα εξ ευωνύμων μου διακόπτει μάλλον άκομψα την εξομολόγηση του πρώην απεργού και νυν απεργοσπάστη. Πιθανότατα είχε ξανακούσει λίγο πιο πριν την ίδια ιστορία. Δε με ρώτησε ούτε πόσο χρονών είμαι, ούτε αν σπουδάζω ή κάτι από αυτά τα τυπικά - τα «προκάτ» που τυχαίνει να ακούς σε τέτοιες περιπτώσεις από κάποιον άγνωστο, που δεν θέλει να φανεί δυσάρεστος: «Έχεις δουλειά; Ε τότε καλά είσαι…» ανταπαντά στην κατάφασή μου... Στρέφει προς το μέρος μου τον πρησμένο καρπό του δεξιού της χεριού που τόση ώρα είχε βαλμένο στην τσέπη: «Πονάει ο καρπός μου. Δούλευα σε κρεπερί για ένα διάστημα, εδώ και μήνες όμως δεν έχω δουλειά, δεν έχω ασφάλιση. Έχω φρικάρει».
Το καμουφλαρισμένο ταξί σταματά. Ο τυχερός νέος που έχει ασφάλιση (ακόμα) κατεβαίνει, η νεαρά - γνωστή και ως «παράπλευρη απώλεια» συνεχίζει. «Θα έρθουν και χειρότερα» με προειδοποίησαν και οι δύο λίγο πριν κατέβω, με κάτι σαν ίχνος φόβου στο ύφος τους. Δε μίλησα, τι να πω; Πως η πορεία που ακολουθεί η χώρα έχει μικρές στάσεις, αλλά μόνιμο προορισμό τα «χειρότερα»; Ε, το ήξερα· απλά τώρα σιγουρεύτηκα…

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι